- ἐνζωγραφέω
- ἐνζωγρᾰφέω,A paint in or on, Pl.Phlb.40a ([voice] Pass.), Tz.H.12.560.
Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.
Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.
ἐνζωγραφοῦσιν — ἐνζωγραφέω paint in pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric) ἐνζωγραφέω paint in pres ind act 3rd pl (attic epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐνζωγραφεῖται — ἐνζωγραφέω paint in pres ind mp 3rd sg (attic epic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐνζωγραφηθῇ — ἐνζωγραφέω paint in aor subj pass 3rd sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐνζωγραφοῦνται — ἐνζωγραφέω paint in pres ind mp 3rd pl (attic epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐνζωγραφοῦσα — ἐνζωγραφέω paint in pres part act fem nom/voc sg (attic epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐνζωγραφοῦσαι — ἐνζωγραφέω paint in pres part act fem nom/voc pl (attic epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)